30/3/11
29/3/11
κόμποι
η σκέψη έχει κολλήσει
σαν παλιά πόρτα που χρειάζεται λάδωμα
αλλά βαριέσαι να βγεις απ'το σπίτι να αγοράσεις γράσο
προτιμάς να κάθεσαι διπλωμένος στο κρεβάτι σα φάκελος που δε θα ανοιχτεί ποτέ
βουλοκέρι το αίμα πήζει στο μέτωπο σου
ξεχάστηκες πενθώντας το χαμένο χρόνο
μα δεν είσαι δα και ο μοναδικός
"κανείς δε χάνεται"
η δυστυχία σου
γιατί εσύ δε θες να σε βρουν
25/3/11
Deja vu
κάμποσο καιρό πριν, ένας φίλος μου είχε μιλήσει για τους στίχους ενός κομματιού από τους pains. τότε μου είχαν ακουστεί πολύ μπανάλ. ο χρόνος, όμως, εκδικείται.
σήμερα, το έχω στο repeat και αισθάνομαι σαν ερωτευμένος έφηβος.
σήμερα, το έχω στο repeat και αισθάνομαι σαν ερωτευμένος έφηβος.
βγαίνω στον ήλιο να φωτοσυνθέσω.
* ίσως να μου έπεσε βαριά η σκορδαλιά.
Κάντο να φανεί σαν ατύχημα
Αυτοί οι Ιταλοί πάντα με εκπλήσσουν.
Και όπως λέει ένας από δαύτους:
"Ιταλία δεν είναι μόνο ο Μπερλουσκόνι και ο Αντονιόνι. Έχουμε και πίτσα"
Και όπως λέει ένας από δαύτους:
"Ιταλία δεν είναι μόνο ο Μπερλουσκόνι και ο Αντονιόνι. Έχουμε και πίτσα"
23/3/11
15/3/11
14/3/11
ομολογία
Υπάρχουν φορές που οι ήχοι σου με συγκινούν.
Έκανα μακροβούτι και βγήκα στην επιφάνεια.
Μη κουράζεις τα μάτια σου. δε θα με βρεις.
Μ'αρέσει να αποκαλύπτομαι.
όχι σε σένα. Γενικά.
Να μου αποκαλύπτεσαι.
άκου . Τα μάτια σου ήταν πάντα υγρά;
Αναρωτιέμαι.
Ο ήχος της πόλης με συγκινεί.
Γελοίο; μην κοροϊδεύεις την άμυνα.
Εδώ γύρω ήμουν.
Στα στενά.
δεν έφυγα.
μια βόλτα πήγα.
Ο ήχος που κάνουν τα πινέλα σου με συγκινούν.
Πάλι ενέδωσα και διάβασα τη τελευταία λέξη του βιβλίου.
μη τα ρωτάς.
θα κάνω την κανέλα σελιδοδείκτη.
Έκανα μακροβούτι και βγήκα στην επιφάνεια.
Μη κουράζεις τα μάτια σου. δε θα με βρεις.
Μ'αρέσει να αποκαλύπτομαι.
όχι σε σένα. Γενικά.
Να μου αποκαλύπτεσαι.
άκου . Τα μάτια σου ήταν πάντα υγρά;
Αναρωτιέμαι.
Ο ήχος της πόλης με συγκινεί.
Γελοίο; μην κοροϊδεύεις την άμυνα.
Εδώ γύρω ήμουν.
Στα στενά.
δεν έφυγα.
μια βόλτα πήγα.
Ο ήχος που κάνουν τα πινέλα σου με συγκινούν.
Πάλι ενέδωσα και διάβασα τη τελευταία λέξη του βιβλίου.
μη τα ρωτάς.
θα κάνω την κανέλα σελιδοδείκτη.
9/3/11
Ημερολόγιο καταστρώματος
Μια βδομάδα μέσα σε αεροπλάνα, τρένα, λεωφορεία, βάρκες, βανάκια, λίμνες, ποτάμια, χιόνια, σοκάκια και έρχεσαι στα ίσια σου. Άλλος άνθρωπος, σου λέει. Δηλαδή, τσάμπα τα λεφτά στους ψυχολόγους, τα σπα και το αλκοόλ. Είναι πιο όμορφη η ζάλη των ταξιδιών και ο πόνος από το στρίμωγμα στο αμάξι. Έλα , μωρό μου, πέσε στα πόδια μου να κοιμηθείς και δε θα με πειράξει αν αφήσεις σαλάκι στο τζην μου. Είναι μαγικό πως κάθε φορά ξυπνάς ακριβώς τη στιγμή που κοντεύουμε να φτάσουμε στον προορισμό. Πάντα θα θαυμάζω τούτο το ένστικτο.
26/2/11
20/2/11
Απεργοσπάστης
Λοιπόν, τις Κυριακές δε συνηθίζω να είμαι παραγωγική. Όχι γιατί με πιάνει η γνωστή κατάθλιψη νέα-βδομάδα-ξεκινά κτλ αλλά γιατί, ενώ κάποτε ήταν η αγαπημένη μου μέρα, μου την πήραν, την άρπαξαν ύπουλα και άκαρδα, την τσαλάκωσαν, την έκαναν μια άμορφη μάζα και μου την πέταξαν πίσω, να 'χω να παίζω. Ναι, αλήθεια. Γιατί τούτη η μέρα για μένα ήταν η πιο ελεύθερη. Όλη τη βδομάδα τρέχω από εδώ, τρέχω από εκεί, το Σάββατο τρέχω παραπέρα. Για να μην μπω στην κλισέ συζήτηση για το σαββατόβραδο. Ακόμα και ο έρωτας μου με την Πέμπτη μου τελείωσε. Και δεν έγινε καν αγάπη. Τί μας μένει λοιπόν;; Η Κυριακή. Ήσυχη, ανεξάρτητη, χωρίς υποχρεώσεις. Σου δίνει το ελεύθερο να καθήσεις όλη μέρα στο κρεβάτι, να τελειώσεις και δύο βιβλία, να ακούσεις όση dream pop και post θες, να λύσεις sudoku, αν σου τη βαρέσει να πας σινεμά με τη πυτζάμα και το παλτό, να φας και δεύτερο κομμάτι τούρτα. Κανείς δε θα σου πει τίποτα. Γιατί είναι Κυριακή. Γιατί μπορείς. Αλλά δεν! Δεν μπορείς! Εγώ, δηλαδή. Δε μπορώ. Ό, τι προλάβω, μέχρι τις 6 γιατί μετά με χρειάζονται. Είναι βλέπεις και κόσμος που την Κυριακή του τη θέλει έξαλλη και αλκοολική. Δεκτό, το σέβομαι. Εχω αποδεχτεί το γεγονός και αρκούμαι σε λίγη, εσωτερική γκρίνια. Μεγάλη καρδιά σου λέω!
Τέλος πάντων, για να μη τα πολυλογώ, η ουσία είναι ότι τις Κυριακές απεργώ.( Μέχρι τις 6, μη ξεχνιόμαστε.) Θέλω το χρόνο μου, βρε παιδί μου και 'γω, να κλείσω τις πληγές του σκληρού σαββατου, να βάλω τις κρέμες μου, να αρωματιστώ, να βρω τις λέξεις που έχω χάσει, να χτίσω νέες σκέψεις, να θέσω τους εβδομαδιαίους, ανεκπλήρωτους στόχους μου. Μαγικούς και ανεκπλήρωτους. Να, όμως, που σε αυτό ακριβώς το σημείο συγκρούεται η ηθική με το συναίσθημα.Είναι που είναι η απεργία μου μισερή έρχεται και ο αντίλαλος ενός σαββατου αλλιώτικου και μου διαλύει τον αγώνα, σπάει το κίνημα. Γιατί κάποια σάββατα δεν είναι σκληρά, ούτε έντονα. Είναι τόσο αναπάντεχα γλυκά που συνεχίζουν να ακούγονται και την Κυριακή. Όσα κομμάτια τούρτα και αν έφαγα, όσο gybe και αν άκουσα , ακόμα ακούγεται από κάπου στο βάθος εκείνο το ωραίο κομμάτι από χθες, οι σοφίες του καναπέως (sic), τα χαζά ανέκδοτα και το ρακόμελο να βράζει. Γιατί, καλός και ο Truffaut αλλά, τελικά, και λίγο Anderson δε βλάπτει. Απλά, λιτά και απέριττα. Έτσι είναι αυτά. Οι ταμπέλες είναι για να κατεβαίνουν και τα Σάββατα για νας μας ξαφνιάζουν. Σα μια ξανθιά γκόμενα που ανοίγεις τη τσάντα Barbie της και αντί για lip gloss βρίσκεις το "Μέγα Ανατολικό".
Και όπως είπε και χθες η παρέα μου : Η Αθήνα είναι μια ετεροχρονισμένη παρτούζα! Άσχετο αλλά ζήλεψα και ήθελα οπωσδήποτε να το πω και 'γω! Πάω τώρα. Είπαμε, εμένα η Κυριακή μου τελειώνει στις 6. Χωρίς γκρίνια σήμερα!
18/2/11
πριν το κλείσιμο
Κοιτάζοντας τους ανθρώπους να κάθονται στη μπάρα, να μιλούν, να πίνουν, να τρώνε αμύγδαλα, μου έρχονται στο μυαλό τα οικογενειακά τσιμπούσια. Έτσι πάλι, καθισμένοι όλοι γύρω από το μεγάλο τραπέζι ,τρώνε, πίνουν, φωνάζουν, χασκογελούν. Πάντα, κάποιος πίνει παραπάνω, κάποιοι τσακώνονται για πολιτική, άλλος νυστάζει και θέλει να φύγει , μα δε τον αφήνουν , άλλοι χορεύουν, άλλοι γρινιάζουν γιατί ο πατέρας μου κόβει όλα τα τραγούδια στη μέση, κάποιοι κάθονται στον καναπέ και μιλούν συνωμοτικά (πάντα μ'άρεσε να κρυφακούω) και η οικοδέσποινα, όρθια, τρέχει από δω και από κει. Να μείνουν όλοι ευχαριστημένοι. Περίεργα πράγματα. Βγαίνουμε έξω από το σπίτι να "ξεσκάσουμε" και αναπαράγουμε τα ίδια μοτίβα που αφήσαμε μέσα. "Τι τα θες", ακούγεται η φωνή του Dj και αμέσως πετάγομαι. Δεν απευθυνόταν σε μένα. "Τι τα θες", επαναλαμβάνω αυτόματα και αφηρημένα. Γυρίζω, πάλι, προς τον κόσμο. Ακούγεται Tom Barman και όλοι υποκρίνονται τους θλιμμένους. Ξέρεις τώρα, έχουν μπει στο mood του κομματιού. Στοιχηματίζω όλα μου τα tips ότι αν μετά τους έβαζες Madonna θα χόρευαν σα τρελοί. O Dj γελάει αλλά βάζει Waits. Κανένας αιφνιδιασμός. Γυρίζω, προς τα ποτά. Τόσο καιρό εδώ μέσα, θα μπορούσα να σου πω μια ιστορία ξεχωριστή για το καθένα. Δε το κάνω, όμως, γιατί κάποιος διακόπτει τη σκέψη μου. Διψάει. Θέλει νερό. Και, αφού έσωσα έναν άνθρωπο από σίγουρη αφυδάτωση, βγαίνω έξω. Όπως τότε, στα τσιμπούσια, που κλεινόμουν στο δωμάτιο των γονιών μου και έβαζα να δω τη σκηνή στην έρημο, από τη ταινία για τους Doors. Tυχαία, ακούγεται από μέσα το "Soft Parade". Κοιτάζω το άδειο στενό, κάνω μια τελευταία τζούρα και καταλήγω ότι, όσο και αν γκρίνιαζα, κατά βάθος πάντα την έβρισκα με τις οικογενειακές γιορτές.
15/2/11
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

